αποκρίνομαι


αποκρίνομαι
(AM ἀποκρίνομαι, Α κ. ἀποκρίνω)
(-ομαι)
1. απαντώ, δίνω απάντηση
2. απολογούμαι (σε δικαστήριο)
μσν.- νεοελλ.
ευθύνομαι, είμαι υπεύθυνος
νεοελλ.
1. απαντώ με αυθάδεια
2. ανταποκρίνομαι, αντιστοιχώ
μσν.
1. απευθύνω τον λόγο (χωρίς να προηγηθεί ερώτηση)
2. ανταποδίδω την εχθρική επίθεση
αρχ.
(-ω)
1. χωρίζω, αποχωρίζω
2. σημειώνω κάτι, το κάνω ευδιάκριτο
3. εκλέγω, επιλέγω
4. απορρίπτω κάτι μετά από εξέταση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποκρίνομαι — αποκρίνομαι, αποκρίθηκα βλ. πίν. 2 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αποκρίνομαι — ίθηκα, απαντώ σε ερώτημα: Του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποκρίνομαι — ἀποκρί̱νομαι , ἀποκρίνω set apart aor subj mid 1st sg (epic) ἀποκρί̱νομαι , ἀποκρίνω set apart pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντιφωνώ — (AM ἀντιφωνῶ, έω) απαντώ σε προσφώνηση μσν. νεοελλ. ψάλλω τα αντίφωνα αρχ. 1. απαντώ, αποκρίνομαι 2. αποκρίνομαι μεγαλόφωνα 3. (για λύρα) απαντώ, ηχώ με ερωτικές μελωδίες 4. αποκρίνομαι με επιστολή 5. βρίσκομαι σε διαφωνία, σε ασυμφωνία με… …   Dictionary of Greek

  • προσαμείβομαι — Α απαντώ, αποκρίνομαι σε κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀμείβομαι «απαντώ, αποκρίνομαι»] …   Dictionary of Greek

  • συναποκρίνομαι — Α [ἀποκρίνομαι] 1. εκκρίνομαι και αποβάλλομαι μαζί με κάτι άλλο («συναποκρινομένων τῶν τοιούτων... ἐν τῷ σπέρματι», Αριστοτ.) 2. αποκρίνομαι, απαντώ μαζί με κάποιον ή αμέσως …   Dictionary of Greek

  • υπεραποκρίνομαι — Α αποκρίνομαι υποστηρίζοντας κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ἀποκρίνομαι «απαντώ, υπερασπίζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • ՊԱՏԱՍԽԱՆԻ — (նւոյ, նեաց.) NBH 2 0605 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 7c, 9c, 10c, 13c գ. ἁπόκρισις responsio, responsum. Բան ʼի լուծումն հարցուածոյ. փոխադարձ ասացուած. զրոյց. պատասխան. ճէվապ, բասուխ. *Պատասխանի ողոք դարձուցանէ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • αμείβω — (Α ἀμείβω) 1. παρέχω αντιμισθία, πληρώνω την αμοιβή για κάποια εργασία 2. (με ηθική σημασία) παρέχω ηθική αμοιβή ως πληρωμή για προσφερόμενη υπηρεσία, ανταμείβω, ανταποδίδω αρχ. Ι ενεργ. 1. δίνω ως αντάλλαγμα 2. παίρνω ως αντάλλαγμα 3. (για τόπο) …   Dictionary of Greek

  • αντάδω — ἀντᾴδω (Α) 1. αποκρίνομαι στο άσμα κάποιου με άσμα 2. απαντώ σε κάποιον που με φωνάζει 3. βάζω τις φωνές σε κάποιον …   Dictionary of Greek